UNDER CONSTRUCTION

paragarepublic@gmail.com

Saturday, 16 February 2013

Φορολογία και δήμευση της ακίνητης περιουσίας




Πολλά ακούγονται τον τελευταίο καιρό για τη φορολογία στα ακίνητα. Το σχέδιο της κυβέρνησης – και δέσμευση προς την τρόικα – είναι η αναθεώρηση του φόρου ακίνητης περιουσίας προκειμένου να ενσωματώσει τα έσοδα από το ΕΕΤΗΔΕ, το γνωστό δηλαδή «χαράτσι» της ΔΕΗ. Το τελευταίο, πέρα από τα ζητήματα νομιμότητας που είχε δημιουργήσει, είχε και δύο επιπλέον προβλήματα: Αφενός δεν υπήρχε αφορολόγητο όριο καθώς οι ιδιοκτήτες επιβαρύνονταν από το πρώτο ευρώ αξίας του ακινήτου και αφετέρου υπήρχαν περιθώρια αποφυγής του φόρου καθώς ο ιδιοκτήτης μπορούσε απλά να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στα ακίνητα που δεν χρησιμοποιούσε και να απαλλαγεί από τη φορολόγηση.

Ο φόρος ακίνητης περιουσίας, όπως και κάθε φόρος παγίου κεφαλαίου, έχει το δημοσιονομικό πλεονέκτημα ότι φορολογεί ένα απόθεμα και όχι μια συναλλαγή, όπως οι φόροι κατανάλωσης. Οι ιδιοκτήτες δηλαδή δεν έχουν και πολλά περιθώρια αποφυγής της φορολόγησης σε αντίθεση με τους φόρους κατανάλωσης όπου οι πολίτες μπορούν άμεσα να περιορίσουν τις συναλλαγές τους. Βέβαια αυτό το πλεονέκτημα υφίσταται μόνο βραχυχρόνια. Μακροχρόνια, θα περιοριστεί η ζήτηση ακινήτων, οι τιμές θα πέσουν και τα φορολογικά έσοδα θα μειωθούν. Εδώ βέβαια υπάρχει η λεπτομέρεια ότι ο φόρος υπολογίζεται στις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων και όχι στις εμπορικές με αποτέλεσμα το κράτος να έχει την ευχέρεια να παρακάμψει τις ενοχλητικές επιπτώσεις των φόρων στις τιμές (τις λεγόμενες στρεβλώσεις της αγοράς).

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι μοναδικοί φόροι που σημείωσαν εντυπωσιακή αύξηση στην περίοδο του μνημονίου ήταν οι φόροι περιουσίας καθώς έφτασαν στα 2,7 δις το 2012 από το μόλις 1,2 δις το 2011 – κυρίως λόγω του ΕΕΤΗΔΕ. Για το 2013 ο προϋπολογισμός προβλέπει την είσπραξη 3,2 δις και το όλο θέμα είναι ο καθορισμός των συντελεστών και των κλιμακίων του ενιαίου φόρου ακίνητης περιουσίας ώστε τα έσοδα να διατηρηθούν στο ίδιο επίπεδο και το 2014, χωρίς το ΕΕΤΗΔΕ. Μέχρι τώρα μόνο σενάρια έχουν διαρρεύσει που αναφέρουν αρχικό συντελεστή της τάξης του 0,1% - 0,15% σε περιουσίες πάνω από εκατό χιλιάδες ευρώ ο οποίος θα φτάνει μέχρι 1,5%-2% για περιουσίες πάνω από 3-4 εκ. ευρώ. Εδώ βέβαια κρύβονται οι αναδιανεμητικές επιπτώσεις της φορολογίας που αποτελούν και την ταμπακέρα της συζήτησης.

Με την πρώτη διαρροή των σεναρίων ξεκίνησαν κι οι πρώτες μουρμούρες και μάλιστα από βουλευτές της ΝΔ καταγγέλλοντας ότι ο ενιαίος φόρος ακινήτων θα οδηγήσει σε «δήμευση της ακίνητης περιουσίας των πολιτών». Με άλλα λόγια, οι ιδιοκτήτες ακινήτων θα αναγκαστούν να ρευστοποιήσουν την περιουσία τους προκειμένου να ανταποκριθούν στη συνολική φορολογική τους υποχρέωση σε βάθος χρόνου. Αυτό φαίνεται με ένα απλό παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι ακίνητη περιουσία αξίας εκατό χιλιάδων ευρώ φορολογείται με μέσο συντελεστή 0,1%, δηλαδή ο ιδιοκτήτης της πληρώνει φόρο εκατό ευρώ το χρόνο. Σε χίλια χρόνια (!) θα του έχει δημεύσει την περιουσία το κράτος. Ας υποθέσουμε τώρα ότι για περιουσία αξίας πέντε εκατομμυρίων ευρώ ο μέσος συντελεστής είναι 1%. Ο ιδιοκτήτης της θα πληρώνει φόρο πενήντα χιλιάδες ευρώ το χρόνο και η περιουσία του θα έχει πρακτικά δημευτεί σε εκατό χρόνια. Είναι προφανές ότι, λόγω των κλιμακωτών συντελεστών, το πρόβλημα της δήμευσης αυξάνεται ανάλογα με το ύψος της περιουσίας.

Φυσικά κανένας σημερινός ενήλικας μεγαλοϊδιοκτήτης δε θα κυκλοφορεί μετά από εκατό χρόνια αλλά εφόσον νοιάζεται για το μέλλον της περιουσίας του, δηλαδή για τους κληρονόμους του, έχει κάθε λόγο να ανησυχεί βλέποντας την τρόικα (και όχι τους κομμουνιστές, όπως νόμιζε κάποτε) να απειλεί να «του πάρει το σπίτι». Και όταν η εγχώρια ελίτ ανησυχεί επιστρατεύει το πολιτικό της προσωπικό, από τον Μάκη Βορίδη μέχρι τον Κυριάκο Μητσοτάκη, να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Το πράγμα όμως περιπλέκεται αφού η συγκεκριμένη φορολογική μεταρρύθμιση αποτελεί συμβατική υποχρέωση απέναντι στην τρόικα. Υπάρχει συνεπώς μια διαφαινόμενη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ εγχώριας ελίτ και τρόικας με αμφίβολη έκβαση. Προς το παρόν φαίνεται πως οι αντιδράσεις έπιασαν τόπο καθώς, αμέσως μετά την τελευταία συνάντηση των πολιτικών αρχηγών (Τετάρτη 6/2) το όλο σχέδιο φαίνεται να μπαίνει στο ψυγείο.


Monday, 14 January 2013

Τα λάθη στις προβλέψεις και οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές



Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε μια έκθεση γραμμένη από τον επικεφαλής οικονομολόγο του ΔΝΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ και τον Ντάνιελ Λη που αναφέρεται στις εσφαλμένες προβλέψεις σχετικά με την επίπτωση της δημοσιονομικής προσαρμογής στην πραγματική οικονομία. Το σκεπτικό ξεκινάει από τη διαπίστωση ότι η ύφεση υπήρξε πολλή βαθύτερη από την αναμενόμενη, δηλαδή οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών για την εξέλιξη του ΑΕΠ έχουν πέσει πανηγυρικά έξω. Τι μπορεί να πήγε στραβά; Θα μπορούσε να πρόκειται για τυχαίο γεγονός, όπως η παρουσία εξωγενών παραγόντων που δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν. Από την άλλη όμως, ίσως να πρόκειται για πρόβλημα στο ίδιο το μοντέλο που χρησιμοποιείται για την πρόβλεψη και ειδικότερα στην υποτίμηση των επιπτώσεων της δημοσιονομικής πολιτικής στον καθορισμό του ΑΕΠ.

Για να απαντήσουν στο ερώτημα εξετάζουν τη σχέση ανάμεσα στο σφάλμα της πρόβλεψης και το εύρος της δημοσιονομικής συρρίκνωσης. Τα αποτελέσματά τους δείχνουν μια συστηματική σχέση ανάμεσα στα δύο μεγέθη, πράγμα που σημαίνει πως όσο μεγαλύτερη η δημοσιονομική συρρίκνωση τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το σφάλμα της πρόβλεψης, δηλαδή η πραγματική ύφεση θα είναι βαθύτερη από την προβλεπόμενη. Από αυτό προκύπτει το συμπέρασμα ότι η επίπτωση της δημοσιονομικής πολιτικής στη συνολική οικονομική δραστηριότητα είναι μεγαλύτερη από αυτή που υποθέτουν τα μοντέλα πρόβλεψης.

Η σχέση μεταξύ δημοσιονομικής πολιτικής και πραγματικής οικονομίας περιγράφεται από τους πολλαπλασιαστές. Οι τελευταίοι αφορούν την επίπτωση στη συνολική δαπάνη που προκαλεί μια μεταβολή των φόρων ή των δημόσιων δαπανών. Προφανώς, όσο μεγαλύτεροι οι πολλαπλασιαστές τόσο μεγαλύτερη η ύφεση που προκαλεί η δημοσιονομική συρρίκνωση. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, από το 2009 μέχρι το 2012 υπήρξε μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος κατά περίπου 21 δις σε ονομαστικούς όρους, κάτι που μας δίνει προσεγγιστικά το μέγεθος της δημοσιονομικής συρρίκνωσης. Στην ίδια περίοδο το ονομαστικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά περίπου 36 δις. Ένας μπακάλικος υπολογισμός μας λέει ότι ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής είναι περίπου 1,7 (36 διά 21) δηλαδή κάθε 1 δις μείωσης του ελλείμματος συνεπάγεται μείωση του ΑΕΠ κατά 1,7 δις.

Η αντιπαράθεση για τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές είναι από τις πιο παλιές στη μακροοικονομική θεωρία. Σύμφωνα με τον Κέινς, αν, για παράδειγμα, το κράτος απολύσει ένα δημόσιο υπάλληλο τότε οι δαπάνες μειώνονται κατά το μισθό του συγκεκριμένου υπαλλήλου. Ο απολυμένος με τη σειρά του θα σταματήσει να δαπανά με αποτέλεσμα να μειωθούν και οι εισπράξεις του σούπερ μάρκετ, του εστιατορίου της γειτονιάς του, του σπιτονοικοκύρη του, κλπ. Αυτοί με τη σειρά τους θα μειώσουν αναλόγως τις δαπάνες τους και συνεπώς τις εισπράξεις κάποιων άλλων και ούτω καθεξής. Δηλαδή η αρχική μείωση των δαπανών συνεχίζεται και το τελικό αποτέλεσμα στη ζήτηση είναι πολλαπλάσιο του αρχικού.

Για τους κλασικούς οικονομολόγους (δηλαδή πριν τον Κέινς) η σχέση απλά δεν υπήρχε. Ο απολυμένος υπάλληλος θα βρει δουλειά στον ιδιωτικό τομέα, εφόσον βέβαια η αγορά εργασίας λειτουργεί ανταγωνιστικά, δηλαδή οι μισθοί είναι αρκετά χαμηλοί ώστε να είναι επικερδής η πρόσληψή του. Ο πολλαπλασιαστής είναι μηδέν, όπως και γενικότερα η επίπτωση της δημοσιονομικής πολιτικής.

Για τους σύγχρονους νέους-κλασικούς, η επίπτωση μπορεί να είναι αντίστροφη. Εφόσον οι κρατικές δαπάνες είναι χαμηλότερες μετά την απόλυση του υπαλλήλου, τότε και οι μελλοντικοί φόροι θα είναι χαμηλότεροι, δηλαδή τα άτομα θα έχουν μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα στο μέλλον. Λογικά, θα αρχίσουν από τώρα να ξοδεύουν ένα μέρος του μελλοντικού τους εισοδήματος με συνέπεια να υπάρξει αύξηση της ζήτησης. Έτσι οι πολλαπλασιαστές μπορεί εν τέλει να είναι και αρνητικοί. Αυτή είναι η σχετικά πρόσφατη θεωρία της επεκτατικής λιτότητας, που παρά την ελλιπέστατη θεωρητική και εμπειρική της τεκμηρίωση, έχει επικρατήσει απόλυτα.

Ωστόσο, είναι η δεύτερη φορά, μετά την έκθεση του περασμένου Οκτωβρίου, που οικονομολόγοι του ΔΝΤ αμφισβητούν ανοικτά βασικούς πυλώνες των προγραμμάτων σταθεροποίησης, δηλαδή τη δημοσιονομική προσαρμογή και την εσωτερική υποτίμηση. Ενδεχομένως, η παρουσία του Ολιβιέ Μπλανσάρ ως επικεφαλής οικονομολόγου να έχει παίξει κάποιο ρόλο σε αυτές τις όλο και συχνότερες «παραφωνίες». Ο 64χρονος, γαλλικής καταγωγής καθηγητής του ΜΙΤ δεν είναι κάποιος τυχαίος οικονομολόγος αλλά από τους διαπρεπέστερους της γενιάς του. Και σίγουρα δεν ανήκει στους ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού. Όπως χαρακτηριστικά έγραφε το Δεκέμβριο του 2011 «οι αγορές είναι σχιζοφρενικές: αντιδρούν θετικά σε κάθε ανακοίνωση μέτρων λιτότητας αλλά αντιδρούν αρνητικά όταν τα μέτρα αυτά οδηγούν σε ύφεση, όπως συμβαίνει συχνά.»

Thursday, 6 December 2012

Τα παράδοξα της επαναγοράς του χρέους

Τη Δευτέρα ανακοινώθηκε η δημόσια πρόσκληση για την επαναγορά ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. Η πρόσκληση αφορά τίτλους που λήγουν από το 2024 μέχρι και το 2042 και οι τιμές κυμαίνονται από 30% μέχρι 40% της ονομαστικής αξίας. Η συνολική αξία των τίτλων υπερβαίνει τα 60 δισ., ενώ το μέγιστο ποσό που θα διατεθεί φτάνει μέχρι τα 10 δισ. και θα καλυφθεί με την έκδοση νέων ομολόγων εξάμηνης διάρκειας από τον EFSF.

Το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι ότι το ποσό των 10 δισ. δεν αρκεί για να αγοραστεί το σύνολο των εν λόγω ομολόγων. Ακόμα κι αν επιτευχθεί η επαναγορά στη χαμηλότερη τιμή, δηλαδή στο 30% της ονομαστικής αξίας, το μέγιστο χρέος που μπορούν να επαναγοράσουν τα 10 δισ. είναι περίπου 33 δισ. Δηλαδή η καθαρή μείωση του χρέους θα περιοριστεί, στην καλύτερη περίπτωση, στα 23 δισ.
Το δεύτερο ζήτημα είναι τι θα συμβεί στις τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία που θα προχωρήσουν στην ανταλλαγή. Όσον αφορά τις τράπεζες πιθανότατα να χρειαστούν επιπλέον κεφαλαιοποίηση που με τα σημερινά δεδομένα θα εγγραφεί ως δημόσιο χρέος. Όσον αφορά τα ασφαλιστικά ταμεία, που κρατούν το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων σε κρατικά ομόλογα, θα υπάρξει επιδείνωση της οικονομικής τους κατάστασης με προφανείς επιπτώσεις στους ασφαλισμένους τους. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι η συμμετοχή των ασφαλιστικών ταμείων στην επαναγορά, όπως και η συμμετοχή τους στο PSI, στερείται κάθε νοήματος. Τα ασφαλιστικά ταμεία συμπεριλαμβάνονται στη γενική κυβέρνηση, συνεπώς τα ομόλογα που κρατούν δεν επηρεάζουν το μέγεθος του χρέους όπως μετριέται με το κριτήριο του Μάαστριχτ (ακαθάριστο ομογενοποιημένο χρέος της γενικής κυβέρνησης στο τέλος του έτους).

Το σημαντικότερο όμως ζήτημα είναι το κίνητρο της πώλησης των ομολόγων σε χαμηλότερη τιμή από την ονομαστική τους αξία. Ο λόγος που πέφτει η τιμή των ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές ή, ισοδύναμα, που αυξάνεται το επιτόκιο στην πρωτογενή, είναι ο αυξημένος κίνδυνος χρεωκοπίας. Το ομόλογο είναι μια μελλοντική υπόσχεση πληρωμής. Όταν υπάρχει πιθανότητα αθέτησης της υπόσχεσης, τότε όποιος δανείζει θα ζητήσει υψηλότερο επιτόκιο ώστε να αποζημιωθεί για τον αυξημένο κίνδυνο που αναλαμβάνει. Αντίστοιχα, όποιος έχει ήδη στα χέρια του το ομόλογο, θα προσπαθήσει να το ξεφορτωθεί ρίχνοντας την τιμή.

Με άλλα λόγια, φτηνή τιμή στα ομόλογα σημαίνει αυξημένη πιθανότητα χρεωκοπίας. Συνεπώς, το μοναδικό κίνητρο που έχει κάποιος να συμμετέχει στην επαναγορά είναι γιατί εξακολουθεί να πιστεύει ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος χρεωκοπίας του ελληνικού κράτους και αθέτησης των πληρωμών στα ομόλογα που έχει εκδώσει. Όταν μάλιστα η κυβέρνηση προσπαθεί να αγοράσει φτηνά τα δικά της ομόλογα ουσιαστικά αποδέχεται την υψηλή πιθανότητα χρεωκοπίας. Όσο περισσότερο μάλιστα προσπαθεί να ρίξει την τιμή, τόσο μεγαλύτερο κίνδυνο χρεωκοπίας αναγνωρίζει.

Έτσι, λοιπόν, καταλήγουμε σε ένα ενδιαφέρον παράλογο φαινόμενο. Όποιος έχει εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση δεν έχει κανένα κίνητρο να πουλήσει τα ομόλογά του σε τιμή χαμηλότερη από την ονομαστική. Αντίθετα, έχει κάθε λόγο να περιμένει μέχρι το 2024 ή το 2042 όπου, σύμφωνα πάντα με το σχέδιο, το ελληνικό χρέος θα είναι βιώσιμο και να εξαργυρώσει τότε τα ομόλογά του χωρίς να χάσει ούτε σέντς. Αν όμως σκεφτούν όλοι έτσι, τότε δεν θα προχωρήσει η επαναγορά και το ελληνικό χρέος δεν θα είναι βιώσιμο. Συνεπώς, για να καταστεί βιώσιμο το χρέος πρέπει κάποιοι να πιστέψουν ότι δεν είναι βιώσιμο. Ευτυχώς δηλαδή που η χώρα παραμένει αναξιόπιστη.

Tuesday, 24 July 2012

24/7/1974: Κάποιοι κατάλαβαν πότε ήταν καιρός να φύγουν


Σαν σήμερα πριν 38 χρόνια οι «συνταγματάρχες» παρέδωσαν την εξουσία. Μετά από εφτά χρόνια «στο γύψο» ο συνδυασμός του Πολυτεχνείου και της Κύπρου έδωσαν στη χούντα να καταλάβει ότι δεν κράταγε άλλο. Είτε θα πηγαίναμε για κάτι σαν εμφύλιο ή θα την έκαναν διακριτικά. Εικάζω ότι τους άδειασε και ο θείος από την Αμερική, έκαναν κάποια συμφωνία με τον Καραμανλή να μην υπάρξουν μαζικές διώξεις και αποχώρησαν ησύχως χωρίς να ανοίξει ρουθούνι.

Από τότε ζούμε ευτυχείς σε ένα καθεστώς αφορολόγητης δημοκρατίας και ελεύθερης κρατικοδίαιτης ιδιωτικής πρωτοβουλίας …

Και δυστυχώς οι γνωστοί πρωτεργάτες της 38ετίας (sic), τώρα που τα έχουν σκατώσει ανεπανόρθωτα δε λένε να ξεκουμπιστούν, σε αντίθεση με τους προηγούμενους. Χειρότεροι κι απ’ τον Καντάφι…

Monday, 18 June 2012

Δεν χάσαμε εμείς, κέρδισαν οι άλλοι


Σχεδόν 1,7 εκατομμύρια ψήφοι. Τα ατομικά κίνητρα μπορούν να είναι αμέτρητα, πολλά από αυτά όχι ενθαρρυντικά. Αλλά το κυρίαρχο κοινό στοιχείο είναι πως όλοι αυτοί ξεπέρασαν το φόβο και τόλμησαν να ελπίσουν στην Αριστερά. Ο κόσμος αυτός είναι απογοητευμένος. Ακόμα κι αν ποτέ δεν πολυπίστεψε στη νίκη, την ευχόταν από τα βάθη της πολιτικής του ψυχής. Οι ήττες πονάνε, ακόμα κι οι αναμενόμενες. Είναι καθήκον της Αριστεράς, αν δε θέλει να ξεφουσκώσει με συνοπτικές διαδικασίες, να κρατήσει αυτόν τον κόσμο.

Έχω διαβάσει σήμερα αρκετές απόψεις που κατηγορούν τον λαό για την ψήφο του. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα. Αφενός τίποτα δε χάθηκε, αφετέρου υπάρχουν στοιχεία πίσω από το γενικό αποτέλεσμα της χτεσινής ψήφου που αφήνουν ανοιχτά πολλά ενδεχόμενα.

Η δημογραφική έλευση της αριστεράς

Ο λαός ψήφισε εμφανώς διαφορετικά, ανάλογα με την ηλικία του. Αν πιστέψουμε τα exit polls, στις ηλικίες 18-55 επικράτησε ο Σύριζα με πάνω από 10 μονάδες (περίπου 34-23) ενώ η ΝΔ κερδίζει κατά κράτος στους πάνω από 55 (με νταμπλ σκορ περίπου 40-20). Αυτό το στοιχείο διαλύει και το μύθο των βολεμένων δημοσίων υπαλλήλων και υψηλοσυνταξιούχων που δήθεν στήριξαν μαζικά τον Σύριζα.



Το ουσιαστικό γεγονός είναι ότι οι απόγονοι της γενιάς του πολυτεχνείου διαχωρίζονται πολιτικά από τους προγόνους τους. Είναι μια βαθιά πολιτική τομή που συντελείται και πάνω της πρέπει να επενδύσει οποιαδήποτε πολιτική δύναμη επιθυμεί να καθορίσει το μέλλον.

Ο Σύριζα ξεκινάει από θέση ισχύος, αυτό είναι βέβαιο. Αν δείξει δύναμη, είναι απλά θέμα χρόνου, το παλιό καθεστώς θα πέσει σαν ώριμο φρούτο. Έχει όμως ανταγωνιστές. Από τα αριστερά, στα πάνω στρώματα των ηλικιών ανταγωνίζεται με την ΔΗΜΑΡ και στα κάτω στρώματα με το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Από δεξιά παίζουν ΑΝΕΛ και ΧΑ αντίστοιχα. Δε θα είναι περίπατος.

Υπάρχουν και τα άμεσα

Το άμεσο ερώτημα στον Σύριζα είναι πως θα διαχειριστεί το αποτέλεσμα. Τώρα η πρωτοβουλία των κινήσεων βρίσκεται στα χέρια του μνημονιακού μπλοκ. Δεν πιστεύω ότι θα είναι τόσο ηλίθιοι ώστε να πάρουν άμεσα οποιοδήποτε σκληρό μέτρο. Μάλλον θα ζητήσουν από την τρόικα να ετοιμάσει ένα πιο λαϊτ μνημόνιο και εν τω μεταξύ θα παριστάνουν ότι διαπραγματεύονται. Τα μπάνια του λαού είναι ιερά σε αυτόν τον τόπο.

Ο Σύριζα πρέπει να εκμεταλλευθεί το χρόνο και να ολοκληρώσει τη βίαιη ωρίμανσή του, που λέει κι ο Δραγασάκης. Να μάθει να λειτουργεί σαν αξιωματική αντιπολίτευση διατηρώντας ισορροπίες ανάμεσα στις κινηματικές λογικές και στον πολιτικό ρεαλισμό. Να μεταμορφωθεί σε ένα μαζικό κόμμα ανοίγοντας τις πόρτες του στον κόσμο που το στήριξε. Και πάνω από όλα να ξεκαθαρίσει το ηγετικό τοπίο αποσαφηνίζοντας τους ρόλους και το βάρος των στελεχών του, είτε προέρχονται από τις κομμουνιστικές συνιστώσες είτε από το βαθύ ΠΑΣΟΚ. Αυτό απαιτεί τεράστια οργανωτική προσπάθεια και δημιουργία μηχανισμού σε κλίμακα πρωτόγνωρη για τα μέχρι τώρα στελέχη του. Ούτε εδώ θα είναι περίπατος.
Τι έχει η Αριστερά να προσφέρει;
Τα κόμματα δεν κατοχυρώνονται μόνο οργανωτικά αλλά και πολιτικά στο επίπεδο της ηγεμονίας. Οπότε καταλήγουμε στο κρισιμότερο πολιτικό ερώτημα που αφορά το κυβερνητικό περιεχόμενο μιας σύγχρονης Ελληνικής Αριστεράς,  Με ποιο σχέδιο να κυβερνήσει στις επόμενες εκλογές; Είναι απόλυτη προτεραιότητα, να διατυπώσει και να εξειδικεύσει με ρεαλισμό τις ελπίδες του 1,7 εκατομμυρίου που τον ψήφισε. Να αρχίσει να δουλεύει σα να ήταν κυβέρνηση, να επεξεργαστεί το νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα σημάνει το οριστικό τέλος όχι μόνο του μνημονίου (άλλωστε δεν υπάρχει μνημόνιο ακριβώς αυτή τη στιγμή) αλλά ολόκληρης της μεταπολίτευσης. Και για αυτό θα χρειαστεί να διαχωριστεί και από τις δύο όψεις της μεταπολίτευσης: από τη μια μεριά το πελατειακό σύστημα των κρατικοδίαιτων αργόμισθων πολιτικάντηδων και από την άλλη το πάρτι των golden boys των τραπεζών και των καναλο-εργολάβων του βρώμικου ιδιωτικού τομέα.

Φιλόδοξο σχέδιο, σκληρή δουλειά.

Sunday, 17 June 2012

Εθνική Ελλάδας κι Εκλογές

Η ηρωική ευρωπαϊκή επιτυχία της Εθνικής Ελλάδας έχει ένα χοντρό εκλογικό συμβολισμό: Μένουμε Euro με το σπαθί μας

Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο συμβολισμός βοηθάει τον Σαμαρά: Το ευρώ ήταν λέξη-κλειδί της ρητορικής του, άρα τον ωφελεί. Θα είχε μεγαλύτερη επίπτωση πάντως αν σκόραρε κι ο… Σαμαράς. (έπαιξε καλά είναι η αλήθεια).

Όμως υπάρχει και ισχυρό το πατριωτικό στοιχείο. Εθνική μαγκιά. Η hard core λαϊκή δεξιά είναι αντιμνημονιακή. Στην πιο φυσιολογική εκδοχή ψηφίζει ΑΝΕΛ και σε λιγότερο πολιτισμένη μορφή δαγκωτό ΧΑ (υποπτεύομαι τους τύπους με τις περικεφαλαίες και τα τατού με το 300, έλεος)

Έλα όμως που βοηθάει και τον ΣΥΡΙΖΑ: Αφού κερδίσαμε μόλις (ξανα)μπήκαμε στο ευρώ – με τσαμπουκά και μονομερώς άμα λάχει. Τους ψαρώσαμε, δεν τολμάνε να μας πετάξουν έξω. Αυτοπεποίθηση. Μας παίρνει να διαπραγματευτούμε σκληρά τώρα που δείξαμε ηρωισμό. Βέβαια πάντα υπάρχει ο επόμενος γύρος, αλλά ρίξαμε την πρώτη. Κι όπως λέει κι ο ποιητής, «βλέπουμε κάθε ματς ξεχωριστά».

Η σημερινή ανέλπιστη νίκη κρύβει ευκαιρίες για όλους. Εκτός από το ΠΑΣΟΚ που δεν το σώζει τίποτα, το ΚΚΕ που δεν αποπροσνατολίζεται και τη ΔΗΜΑΡ που δε βλέπει μπάλα.